Αναζήτηση για λεξικό ορισμών
Μ
ΜΑ
ΜΒ
ΜΓ
ΜΔ
ΜΕ
ΜΖ
ΜΗ
ΜΘ
ΜΙ
ΜΚ
ΜΛ
ΜΜ
ΜΝ
ΜΞ
ΜΟ
ΜΠ
ΜΡ
ΜΣ
ΜΤ
ΜΥ
ΜΦ
ΜΧ
ΜΨ
ΜΩ
Dictionary definitions that start with:
Μ
(788 entries)
μ
μα
μαγαζί
μαγγώνομαι
μαγγώνω
μαγεία
μαγείρεμα
μαγειρευτό
μαγειρεύω
μαγειρική
μαγειρικό
μαγείρισσα
μαγεύομαι
μαγευτικό
μαγεύω
μάγια
μαγικό
μαγιό
μαγιονέζα
μάγισσα
μαγκούρα
μαγκώνω
μαγνήτης
μαγνητίζω
μαγνητικό
μαγνητισμός
μαγνητόφωνο
μαγνητοφωνώ
μαγουλάδες
μάγουλο
μαδάω
μαδώ
μαέστρος
μάζα
μαζεύομαι
μαζεύω
μαζί
μαζικό
μαζούτ
Μάης
μαθαίνω
μάθημα
μαθηματικά
μαθηματικό
μαθηματικός
μαθημένο
μάθηση
μαθητεία
μαθητευόμενο
μαθήτρια
μαία
μαιευτήριο
μαϊμού
μαϊντανός
Μάιος
μακάβριο
μακάρι
μακαρίτισσα
μακαρονάδα
μακαρόνι
μακέτα
μακιγιάζ
μακιγιάρισμα
μακιγιάρω
μακό
μακραίνω
μακριά
μακρινό
μακροβούτι
μακροζωΐα
μακροπρόθεσμο
μάκρος
μακροσκελές
μακρόστενο
μακροχρόνιο
μακρύ
μαλακό
μαλακώνω
μαλθακό
μάλιστα
μαλλί
μαλλιαρό
μάλλινο
μάλλον
μαλώνω
μαμά
μάνα
μανάβικο
μανάβισσα
μάνατζερ
μανδύας
μανεκέν
μανία
μανιακό
μανιασμένο
μανικετόκουμπο
μανίκι
μανιτάρι
μανιώδες
μανόλια
μανούβρα
μανταλάκι
μαντάρα
μανταρίνι
μανταρινιά
μαντάρω
μαντείο
μαντεύω
μαντίλι
μάντισσα
μάντρα
μαντρί
μαντρώνω
μαξιλάρι
μαξιλαροθήκη
μαραγκός
μαράζι
μαραζώνω
μαραθώνιος
μαραθωνοδρόμος
μαραίνομαι
μαρασμός
μαραφέτι
μαργαρίνη
μαργαρίτα
μαργαριταρένιο
μαργαριτάρι
μαρέγκα
μαρίδα
μαρίνα
μαρινάρω
μαριονέτα
μάρκα
μαρκαδόρος
μαρκάρω
μάρκετιγκ
μαρμάρινο
μάρμαρο
μαρμαρώνω
μαρμελάδα
μαρούλι
μάρσιπος
Μάρτης
Μάρτιος
μάρτυρας
μαρτυρία
μαρτυρικό
μαρτύριο
μαρτυρώ
μασάζ
μασέλα
μάσκα
μασκαράς
μασκαρεύομαι
μασκοφόρο
μασουλάω
μαστίγιο
μαστιγώνω
μαστίχα
μάστορας
μαστόρεμα
μαστορεύω
μαστός
μασχάλη
μασώ
μάταια
μάταιο
ματαιοδοξία
ματαιόδοξο
ματαιότητα
ματαιώνω
ματαίωση
μάτι
ματιά
ματς
μάτσο
ματωμένο
ματώνω
μαύρη
μαυρίζω
μαυρίλα
μαύρισμα
μαυρισμένο
μαύρο
μαυρόασπρο
μαφία
μαχαίρι
μαχαιριά
μαχαιροπίρουνo
μαχαιρώνω
μάχη
μαχητικό
μαχητικότητα
μαχήτρια
μάχομαι
με
μέγαιρα
μεγαλείο
μεγαλειώδες
μεγάλο
μεγαλομανές
μεγαλομανία
μεγαλοποιώ
μεγαλοπρέπεια
μεγαλοπρεπές
μεγαλόσωμο
μεγαλούπολη
μεγαλοφυές
μεγαλοφυΐα
μεγαλόφωνα
μεγαλόψυχο
μεγαλύτερο
μεγαλώνω
μέγαρο
μεγάφωνο
μέγεθος
μεγέθυνση
μεγεθυντικό
μεγεθύνω
μεγιστάνας
μεδούλι
μέδουσα
μεζές
μεζούρα
μεθαύριο
μεθοδικό
μέθοδος
μεθύσι
μεθυσμένο
μεθυστικό
μεθώ
μεικτό
μείον
μειονέκτημα
μειονεκτικά
μειονεκτικό
μειονεκτώ
μειονεξία
μειονότητα
μειοψηφία
μειώνω
μείωση
μελαγχολία
μελαγχολικό
μελαγχολώ
μελαμψό
μελάνι
μελανιά
μελανιάζω
μελάτο
μελαχρινό
μελέτη
μελετηρό
μελετώ
μέλι
μέλισσα
μελίσσι
μελισσοκόμος
μελιτζάνα
μελιτζανοσαλάτα
μελλοθάνατο
μέλλον
μέλλοντας
μελλοντικό
μελομακάρονο
μέλος
μελτέμι
μελωδία
μελωδικό
μεμβράνη
μεμιάς
μεμονωμένο
μεν
μενεξές
μένος
μενού
μέντα
μενταγιόν
μέντιουμ
μένω
μεράκι
μεριά
μερίδα
μερίδιο
μερικά
μερικό
μερικοί
μέριμνα
μεροκάματο
μεροληπτώ
μέρος
μερτικό
μέσα
μεσάζοντας
μεσαίο
μεσαίος
μεσαίωνας
μεσάνυχτα
μέση
μεσήλικας
μεσημβρινό
μεσημέρι
μεσημεριανό
μεσήτρια
μεσιτικό
μέσο
μεσοβδόμαδα
μεσογειακό
μεσόκοπη
μεσολάβηση
μεσολαβώ
μέσον
μεσοτοιχία
μεστό
μέσω
μετά
μετά από
μεταβάλλω
μετάβαση
μεταβατικό
μεταβιβάζω
μεταβίβαση
μεταβολή
μεταβολισμός
μετάγγιση
μεταγενέστερο
μεταγλώττιση
μεταγραφή
μεταδίδω
μετάδοση
μεταδοτικό
μετάθεση
μεταθέτω
μεταίχμιο
μετακίνηση
μετακινώ
μετακομίζω
μετακόμιση
μεταλλείο
μεταλλικό
μετάλλιο
μέταλλο
μεταμορφώνω
μεταμόρφωση
μεταμόσχευση
μεταμφιέζω
μεταμφίεση
μεταμφιεσμένο
μετανάστευση
μεταναστεύω
μετανάστρια
μετανιώνω
μετάνοια
μετανοώ
μεταξένιο
μετάξι
μεταξύ
μεταξωτό
μεταπείθω
μεταπολεμικό
μεταπολίτευση
μεταπτυχιακό
μεταρρύθμιση
μετασχηματιστής
μετατοπίζω
μετατόπιση
μετατρέπω
μετατροπή
μεταφέρω
μεταφορά
μεταφορικό
μεταφράζω
μετάφραση
μεταφράστρια
μεταφυσικό
μεταχειρίζομαι
μεταχείριση
μεταχειρισμένο
μετεμψύχωση
μετενσάρκωση
μετεωρίτης
μετέωρο
μετεωρολογία
μετεωρολογικό
μετοχή
μετράω
μέτρημα
μετρημένο
μέτρηση
μετρητά
μετρητής
μέτρια
μετριάζω
μέτριο
μετριοπάθεια
μετριοπαθές
μετριότητα
μετριόφρον
μετριοφροσύνη
μέτρο
μετρώ
μέτωπο
μέχρι
μηδαμινό
μηδέν
μηδενίζω
μηδενικό
μήκος
μηλιά
μήλο
μηλόπιτα
μην
μήνας
μηνιαίο
μηνιάτικο
μήνυμα
μήνυση
μηνύω
μήπως
μηρός
μητέρα
μήτρα
μητριά
μητρικό
μητρόπολη
μητρότητα
μητρώο
μηχανάκι
μηχανή
μηχάνημα
μηχανικό
μηχανικός
μηχανισμός
μηχανοκίνητο
μι
μιγάς
μίγμα
μιζέρια
μίζερο
μικραίνω
μικρό
μικροαστή
μικροαστικό
μικρόβιο
μικροβιολογικό
μικροβιολόγος
μικρογραφία
μικροκαμωμένο
μικρόκοσμος
μικροσκοπικό
μικροσκόπιο
μικρόφωνο
μίλι
μιλιά
μιλιέμαι
μιλώ
μίμηση
μιμητισμός
μίμος
μιμούμαι
μινιατούρα
μίνιμουμ
μίξερ
μιούζικαλ
μισάνοιχτο
μισάωρο
μισητό
μισθός
μισθοφόρος
μισό
μισοάδειο
μισογεμάτο
μίσος
μισοσκόταδο
μίσχος
μισώ
μνήμα
μνημείο
μνημειώδες
μνήμη
μνημονικό
μνημόσυνο
μνησικακία
μνησίκακο
μνηστή
μνηστήρας
μοβ
μόδα
μοδίστρα
μοιάζω
μοίρα
μοιράζομαι
μοιράζω
μοιραίο
μοιρολατρικό
μοιρολογώ
μοιρολόι
μοιχεία
μόκα
μοκασίνι
μοκέτα
μόλις
μολονότι
μόλος
μόλυβδος
μολυβένιο
μολύβι
μόλυνση
μολύνω
μολυσμένο
μονάδα
μοναδικό
μοναξιά
μονάρχης
μοναρχία
μοναστήρι
μονάχα
μοναχή
μοναχικό
μοναχογιός
μοναχοκόρη
μοναχοπαίδι
μονή
μόνιμα
μόνιμο
μονιμότητα
μόνο
μονογραφή
μονόδρομος
μονοετές
μονόζυγο
μονοήμερο
μονοκατοικία
μονοκόμματο
μονόλογος
μονομαχία
μονομάχος
μονομιάς
μονοπάτι
μονοπώλιο
μονορούφι
μονοσύλλαβο
μονοτονία
μονότονο
μονόφθαλμο
μονόχρωμο
μοντάζ
μοντελισμός
μοντέλο
μόντεμ
μοντέρνο
μονώνω
μόνωση
μόριο
μορφασμός
μορφή
μορφωμένο
μορφώνω
μόρφωση
μοσχαράκι
μοσχάρι
μοσχαρίσιο
μοσχοβολώ
μοσχοκάρυδο
μοσχομυρίζω
μοτέρ
μοτίβο
μοτοποδήλατο
μοτοσικλέτα
μοτοσικλετίστρια
μουγγαίνομαι
μουγγό
μουγκανίζω
μουγκρητό
μουγκρίζω
μούγκρισμα
μουδιάζω
μούδιασμα
μουδιασμένο
μουλάρι
μουλιάζω
μούμια
μουντζούρα
μουντζουρώνω
μουντό
μούρη
μουριά
μουρλό
μουρμουράω
μουρμουρητό
μούρο
μουσάτο
μουσείο
μούσι
μουσική
μουσικό
μουσικός
μούσκεμα
μουσκεμένο
μουσκεύω
μουσμουλιά
μούσμουλο
μουσούδα
μουσούδι
μουσουλμάνα
μουσουλμανικό
μουστάκι
μουστάρδα
μούτρο
μουτρώνω
μούχλα
μουχλιάζω
μουχλιασμένο
μοχθηρό
μοχλός
μπαγιατεύω
μπαγιάτικο
μπάζα
μπαίνω
μπακάλης
μπακαλιάρος
μπακάλικο
μπάλα
μπαλάκι
μπαλαρίνα
μπαλέτο
μπαλιά
μπαλκόνι
μπαλκονόπορτα
μπαλόνι
μπάλωμα
μπαλώνω
μπάμια
μπαμπάς
μπανάλ
μπανάνα
μπανγκαλόου
μπανιέρα
μπάνιο
μπάντα
μπαούλο
μπαρ
μπάρα
μπαράκι
μπαρκάρω
μπάρμπεκιου
μπαρμπούνι
μπαρούτι
μπαρούφα
μπασίστας
μπάσκετ
μπάσο
μπάσταρδο
μπαστούνι
μπαταρία
μπατάρω
μπατζάκι
μπαχαρικό
μπεζ
μπέικον
μπέιμπι σίτερ
μπελάς
μπέρδεμα
μπερδεμένο
μπερδεύομαι
μπερδεύω
μπερές
μπέρτα
μπετόν
μπήζω
μπιζέλι
μπικ
μπικίνι
μπίλια
μπιλιάρδο
μπιμπερό
μπίρα
μπισκότο
μπιτόνι
μπιφτέκι
μπιχλιμπίδι
μπλε
μπλέκομαι
μπλέκω
μπλέξιμο
μπλοκ
μπλοκαρισμένο
μπλοκάρω
μπλόκο
μπλούζα
μπλουτζίν
μπλόφα
μπλοφάρω
μπογιά
μπόγιας
μπογιατζής
μπογιατίζω
μπογιάτισμα
μπόγος
μποϊκοτάρω
μπολ
μπόλικο
μπομπονιέρα
μποξ
μπόρα
μπορεί
μπορντό
μπορντούρα
μπορώ
μπότα
μποτιλιάρισμα
μπουγάδα
μπουζούκι
μπουκάλα
μπουκάλι
μπουκέτο
μπουκιά
μπούκλα
μπουκώνομαι
μπουκώνω
μπουλντόζα
μπουλούκι
μπούμερανγκ
μπουμπούκι
μπουμπούνας
μπουμπουνητό
μπουμπουνίζει
μπουνιά
μπουντρούμι
μπούρδα
μπουρμπουλήθρα
μπουρνούζι
μπούσουλας
μπουσουλάω
μπούτι
μπουτίκ
μπουφάν
μπουφές
μπουχτίζω
μποφόρ
μπράβο
μπρατσάκι
μπράτσο
μπρελόκ
μπρίζα
μπριζόλα
μπρίκι
μπρόκολο
μπροστά
μπροστινή
μπροστινό
μπρούμυτα
μπρούντζινο
μπρούντζος
μυαλό
μύγα
μύδι
μυζήθρα
μυθικό
μυθιστόρημα
μυθολογία
μύθος
μυϊκό
μύκητας
μύλος
μυλωνού
μύξα
μυρίζομαι
μυρίζω
μυρμήγκι
μυρωδάτο
μυρωδιά
μυρωδικό
μυς
μυστήριο
μυστηριώδες
μυστικό
μυστικότητα
μυτερό
μύτη
μυώ
μυώδες
μύωπας
μυωπία
μωαμεθανή
μωρέ
μωρό
μωσαϊκό
New:
We also know
Zip Codes
FYI
!
Pages:
1
[
All
]
Home
|
Login
|
Add New Abbreviation
|
Your List
|
Tools
|
Become an Editor
|
Tell a Friend
|
Awards
|
Testimonials
|
Press
|
News
|
Forum
new!
|
APIs
|
About
Copyright ©2001-2011
STANDS4 LLC. All rights reserved.
Terms of Use
|
Privacy Policy
|
Advertise
|
Contact Us