Αναζήτηση για λεξικό ορισμών
Κ
ΚΑ
ΚΒ
ΚΓ
ΚΔ
ΚΕ
ΚΖ
ΚΗ
ΚΘ
ΚΙ
ΚΚ
ΚΛ
ΚΜ
ΚΝ
ΚΞ
ΚΟ
ΚΠ
ΚΡ
ΚΣ
ΚΤ
ΚΥ
ΚΦ
ΚΧ
ΚΨ
ΚΩ
Dictionary definitions that start with:
Κ
(1,147 entries)
κυβερνήτρια
κυβερνώ
κυβικό
κύβος
κυκλάμινο
κυκλικό
κύκλος
κυκλοφορία
κυκλοφοριακό
κυκλοφορώ
κύκλωμα
κυκλώνας
κυκλώνω
κύκνος
κυλιέμαι
κυλικείο
κυλινδρικό
κύλινδρος
κυλιόμενο
κυλώ
κύμα
κυμαίνομαι
κυματίζω
κύμινο
κυνηγητό
κυνήγι
κυνηγός
κυνηγώ
κυνικό
κυνόδοντας
κυπαρίσσι
κύπελλο
κυρία
κυριακάτικο
Κυριακή
κυριαρχία
κυρίαρχο
κυριαρχούμαι
κυριαρχώ
κυριεύομαι
κυριεύω
κύριο
κυριολεκτικό
κυριολεκτώ
κυριολεξία
κυρίως
κύρος
κυρτό
κυρτώνω
κύστη
κύτος
κυτταρίτιδα
κύτταρο
κυψέλη
κώδικας
κωδικός
κωλικός
κωλοτούμπα
κώμα
κωμικό
κωμικός
κωμωδία
κώνος
κωπηλασία
κωπηλάτρια
κωπηλατώ
κωφάλαλο
Like Abbreviations.com? Why won't you
tell a friend
about us?
Pages:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
[
All
]
Home
|
Login
|
Add New Abbreviation
|
Your List
|
Tools
|
Become an Editor
|
Tell a Friend
|
Awards
|
Testimonials
|
Press
|
News
|
Forum
new!
|
APIs
|
About
Copyright ©2001-2011
STANDS4 LLC. All rights reserved.
Terms of Use
|
Privacy Policy
|
Advertise
|
Contact Us