Αναζήτηση για λεξικό ορισμών
Κ
ΚΑ
ΚΒ
ΚΓ
ΚΔ
ΚΕ
ΚΖ
ΚΗ
ΚΘ
ΚΙ
ΚΚ
ΚΛ
ΚΜ
ΚΝ
ΚΞ
ΚΟ
ΚΠ
ΚΡ
ΚΣ
ΚΤ
ΚΥ
ΚΦ
ΚΧ
ΚΨ
ΚΩ
Dictionary definitions that start with:
Κ
(1,147 entries)
κ
κ.ά.
κ.λπ.
κ.ο.κ.
κάβα
καβάλα
καβαλάρισσα
καβαλάω
καβαλέτο
καβαλιέρος
καβαλικεύω
καβγαδίζω
καβούκι
κάβουρας
καβούρι
καβουρντίζω
κάγκελο
καγκελόπορτα
καγκουρό
κάδος
κάδρο
καδρώνω
καζανάκι
καζάνι
καζίνο
καζούρα
καημένο
καημός
καθαρά
καθαρίζω
καθαριότητα
καθάρισμα
καθαρισμός
καθαριστήριο
καθαριστικό
καθαρίστρια
κάθαρμα
καθαρό
καθαρογράφω
καθαρότητα
κάθαρση
κάθε
κάθε τι
καθένα
καθεξής
καθερωμένο
καθεστώς
καθετί
κάθετο
κάθετος
καθηγήτρια
καθήκον
καθηλώνομαι
καθηλώνω
καθημερινή
καθημερινό
καθημερινότητα
καθησυχάζω
καθησυχαστικό
καθιερώνομαι
καθιερώνω
καθιέρωση
κάθισμα
καθιστικό
καθιστό
καθοδήγηση
καθοδηγώ
κάθοδος
καθολική
καθολικισμός
καθολικό
καθόλου
κάθομαι
καθορίζω
καθορισμένο
καθορισμός
καθοριστικόό
καθρέφτης
καθρεφτίζομαι
καθρεφτίζω
καθρέφτισμα
καθυστερημένοο
καθυστέρηση
καθυστερώ
καθώς
καθωσπρέπει
καίγομαι
καΐκι
καϊμάκι
καινοτομία
καινούρια
καινούριο
καιρικό
καίριο
καιρός
καισαρικό
καίω
κακά
κακάο
κακία
κακό
κακοαναθρεμμένο
κακόγουστο
κακοδιάθετο
κακοήθες
κακοκαιρία
κακόκεφο
κακολογώ
κακομαθαίνω
κακομαθημένο
κακομεταχειρίζομαι
κακομοίρικο
κακόμοιρο
κακοντυμένο
κακοποιός
κακοποιώ
κακοπροαίρετο
κακοσμία
κακοτράχαλο
κακότροπο
New:
We also know
Zip Codes
FYI
!
Pages:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
[
All
]
Home
|
Login
|
Add New Abbreviation
|
Your List
|
Tools
|
Become an Editor
|
Tell a Friend
|
Awards
|
Testimonials
|
Press
|
News
|
Forum
new!
|
APIs
|
About
Copyright ©2001-2011
STANDS4 LLC. All rights reserved.
Terms of Use
|
Privacy Policy
|
Advertise
|
Contact Us