σφαλιάραsfa'ʎara

σφαλιάρα(noun, feminine)sfa'ʎara

1

χτύπημα με την παλάμη του χεριού

τρώω σφαλιάρα

Kernerman Learner's Dictionary


Citation

Προσθέστε τον ορισμό αυτό για να βιβλιογραφία σας:

Style:MLAChicagoAPA

"σφαλιάρα." Definitions.net. STANDS4 LLC, 2014. Web. 27 Nov. 2014. <http://www.definitions.net/definition/σφαλιάρα>.


The Web's Largest Resource for

Definitions & Translations


A Member Of The STANDS4 Network


Κοντινά εγγραφές:

Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για σφαλιάρα: