Abbreviations.com Convert.net Definitions.net Lyrics.net Phrases.net Quotes.net References.net Rhymes.net Synonyms.net USZip.com  Bookmark and Share
 
Definitions.net
Αναζήτηση για λεξικό ορισμών  
Αλφαβητικά:
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
 τυχαία ορισμοί 

 Ορισμός των σαράβαλο  

Μεταφράστε να



Ορισμοί των 'σαράβαλο' K Dictionaries Ltd. All rights reserved. 

1. (noun) σαράβαλο [sa'ravalo]
ξεχαρβαλωμένο παλιό αυτοκίνητο
Το πλυντήριό μου έγινε σαράβαλο.

2. (noun) σαράβαλο [sa'ravalo]
σε πολύ κακή κατάσταση
Γύρισα σαράβαλο από το ταξίδι.


Εικόνες του 'σαράβαλο' Ακατάλληλο εικόνας? 


'σαράβαλο' - Κοντινά εγγραφές  

σαπούνισμα  σαπουνόφουσκα  σαραβαλιάζω  σαράβαλο  σαράκι  σαράντα  σαρανταοχτάωρο  σαρανταποδαρούσα  σαρδέλα  σαρδόνιο  

Citation: Προσθέστε τον ορισμό αυτό για να βιβλιογραφία σας   MLA  Chicago  APA 
"σαράβαλο." Definitions.net. STANDS4 LLC, 2012. 24 May. 2012. http://www.definitions.net/definition/σαράβαλο


Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για 'σαράβαλο'   
Search for Synonyms of 'σαράβαλο'
Search for Quotes containing the term 'σαράβαλο'
Search for Phrases containing the term 'σαράβαλο'
Search for Abbreviations containing the term 'σαράβαλο'
Search for 'σαράβαλο' on Search σαράβαλο on Amazon.com! & Search σαράβαλο on Google.com!


Home |  Login |  Add New Abbreviation |  Your List |  Tools |  Become an Editor |  Tell a Friend |  Awards |  Testimonials |  Press |  News |  Forum new! |  APIs |  About
Copyright ©2001-2011 STANDS4 LLC. All rights reserved.  Terms of Use  |  Privacy Policy  |  Advertise  |  Contact Us  Follow us on Facebook! Follow us on Twitter!