|
|
1. (conjunction) να [na]
εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις
Θέλω να τη συναντήσεις.
2. (conjunction) να [na]
για να
Πάω σπίτι να δουλέψω.
3. (conjunction) να [na]
δηλώνει αιτία
Θα χαρώ να σε δω.
4. (conjunction) να [na]
ακόμα και αν
Και να του μιλήσω, δε θα καταλάβει.
5. (conjunction) να [na]
δηλώνει ευχή ή κατάρα
Να είσαι καταραμένος!
6. (conjunction) να [na]
δηλώνει προσταγή ή προτροπή
Να κρυφτείς καλά.
7. (conjunction) να [na]
εισάγει ερώτηση
Να φύγω;
8. (conjunction) να [na]
δηλώνει απορία
9. (conjunction) να [na]
σχηματίζει σύνθετο σύνδεσμο
10. (particle) να
με δεικτική σημασία
να τος να τη να το, κ.λπ.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για 'να' |
|
|
|
|
|
|
|