Abbreviations.com Convert.net Definitions.net Lyrics.net Phrases.net Quotes.net References.net Rhymes.net Synonyms.net USZip.com  Bookmark and Share
 
Definitions.net
Αναζήτηση για λεξικό ορισμών  
Αλφαβητικά:
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
 τυχαία ορισμοί 

 Ορισμός των κακό  

Μεταφράστε να



Ορισμοί των 'κακό' K Dictionaries Ltd. All rights reserved. 

1. (noun) κακό [ka'ko]
βλάπτω, προκαλώ ζημιά
Το κάπνισμα κάνει κακό στην υγεία.

2. (noun) κακό [ka'ko]
αρνητικό σημείο
Το κακό είναι πως δεν ακούει κανέναν.

3. (noun) κακό [ka'ko]
συμφορά
Με βρήκε μεγάλο κακό.

4. () κακό [ka'ko]
που έχει κακία μέσα του
κακός άνθρωπος

5. () κακό [ka'ko]
δυσάρεστος
κακά νέα

6. () κακό [ka'ko]
βλαβερός
κακή συνήθεια

7. () κακό [ka'ko]
αρνητικός
κακά σχόλια

8. () κακό [ka'ko]
ακατάλληλος
κακός σύμβουλος

9. () κακό [ka'ko]
που δεν έχει ικανοποιητικές επιδόσεις
κακός μαθητής

10. () κακό [ka'ko]
άτακτος, ανυπάκουος
Είσαι κακό παιδί!

11. () κακό [ka'ko]
κακής ποιότητας
κακό βιβλίο


Εικόνες του 'κακό' Ακατάλληλο εικόνας? 


'κακό' - Κοντινά εγγραφές  

κακά  κακάο  κακία  κακό  κακοσμία  κακοτράχαλο  κακότροπο  κακοτυχία  κακότυχο  κακούργημα  

Citation: Προσθέστε τον ορισμό αυτό για να βιβλιογραφία σας   MLA  Chicago  APA 
"κακό." Definitions.net. STANDS4 LLC, 2012. 23 May. 2012. http://www.definitions.net/definition/κακό


Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για 'κακό'   
Search for Synonyms of 'κακό'
Search for Quotes containing the term 'κακό'
Search for Phrases containing the term 'κακό'
Search for Abbreviations containing the term 'κακό'
Search for 'κακό' on Search κακό on Amazon.com! & Search κακό on Google.com!


Home |  Login |  Add New Abbreviation |  Your List |  Tools |  Become an Editor |  Tell a Friend |  Awards |  Testimonials |  Press |  News |  Forum new! |  APIs |  About
Copyright ©2001-2011 STANDS4 LLC. All rights reserved.  Terms of Use  |  Privacy Policy  |  Advertise  |  Contact Us  Follow us on Facebook! Follow us on Twitter!