|
|
1. (noun) κακό [ka'ko]
βλάπτω, προκαλώ ζημιά
Το κάπνισμα κάνει κακό στην υγεία.
2. (noun) κακό [ka'ko]
αρνητικό σημείο
Το κακό είναι πως δεν ακούει κανέναν.
3. (noun) κακό [ka'ko]
συμφορά
Με βρήκε μεγάλο κακό.
4. () κακό [ka'ko]
που έχει κακία μέσα του
κακός άνθρωπος
5. () κακό [ka'ko]
δυσάρεστος
κακά νέα
6. () κακό [ka'ko]
βλαβερός
κακή συνήθεια
7. () κακό [ka'ko]
αρνητικός
κακά σχόλια
8. () κακό [ka'ko]
ακατάλληλος
κακός σύμβουλος
9. () κακό [ka'ko]
που δεν έχει ικανοποιητικές επιδόσεις
κακός μαθητής
10. () κακό [ka'ko]
άτακτος, ανυπάκουος
Είσαι κακό παιδί!
11. () κακό [ka'ko]
κακής ποιότητας
κακό βιβλίο
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για 'κακό' |
|
|
|
|
|
|
|