|
|
1. (verb) κάνω ['kano]
φτιάχνω
κάνω έναν πύργο
2. (verb) κάνω ['kano]
ετοιμάζω, φτιάχνω
κάνω τις βαλίτσες μου
3. (verb) κάνω ['kano]
ετοιμάζω, μαγειρεύω
κάνω καφέ
4. (verb) κάνω ['kano]
παράγω
κάνω μέλι
5. (verb) κάνω ['kano]
γεννάω
Έκανε ένα παιδί.
6. (verb) κάνω ['kano]
φέρω ευθύνη για κπ πράξη
κάνω ληστεία
7. (verb) κάνω ['kano]
καταθέτω
κάνω αίτηση
8. (verb) κάνω ['kano]
υποβάλλω κτ σε κπ
κάνω ανάκριση
9. (verb) κάνω ['kano]
προξενώ
κάνω θόρυβο
10. (verb) κάνω ['kano]
δημιουργώ
κάνω περιουσία
11. (verb) κάνω ['kano]
οργανώνω
κάνω πάρτι
12. (verb) κάνω ['kano]
δηλώνει διάρκεια
13. (verb) κάνω ['kano]
ταιριάζω
Δε μου κάνουν τα παπούτσια.
14. (verb) κάνω ['kano]
συμπεριφέρομαι σαν
κάνω σα να μη συμβαίνει τίποτα
15. (verb) κάνω ['kano]
ασκώ κπ γνώση, ικανότητα
κάνω ποδήλατο
16. (verb) κάνω ['kano]
μαθαίνω
κάνω γαλλικά
17. (verb) κάνω ['kano]
βλέπω κπ συχνά
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για 'κάνω' |
|
|
|
|
|
|
|