|
|
1. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
έχω σχέση μαζί του
βγαίνω έξω κάθε Σάββατο
2. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
με διώχνουν
βγαίνω από το παιχνίδι
3. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
καθαρίζομαι
O λεκές δε βγαίνει.
4. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
εμφανίζομαι, φυτρώνω
Βγαίνουν τα γένια μου.
5. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
καταλήγω
Δε βγαίνει τίποτα με τoυς καβγάδες.
6. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
κυκλοφορώ
Αυτό το βιβλίο βγήκε πέρυσι.
7. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
εκλέγομαι
Ποιος βγήκε στις εκλογές;
8. (verb) βγαίνω ['vʝeno]
αποδεικνύομαι
βγαίνω αληθινός
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για 'βγαίνω' |
|
|
|
|
|
|
|