|
|
1. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
δέχομαι κπ
ανοίγω δρόμο
2. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
δημιουργώ τρύπα
ανοίγω πηγάδι
3. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
για διπλά μέρη του σώματος
ανοίγω τα χέριατα πόδια
4. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
ξετυλίγω
ανοίγω ένα δώρο
5. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
ξεβουλώνω
ανοίγω μια μπύρα
6. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
ξεσκεπάζω
ανοίγω μια κατσαρόλα
7. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
για κλειστά αντικείμενα
ανοίγω το ψυγείο
8. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
για αναγνώσματα
ανοίγω ένα γράμμαμια διαθήκη
9. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
ξεκινάω
ανοίγω τη συζήτηση
10. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
δημιουργώ
ανοίγω ένα μαγαζί
11. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
ξεκινώ μηχανισμό, λειτουργία
ανοίγω το φως
12. (verb) ανοίγω [a'niɣo]
βλέπω
ανοίγω ένα αρχείο
13. (verb) ανοίγω
δημιουργείται πέρασμα
η πόρτα ανοίγει
14. (verb) ανοίγω
ξετυλίγομαι, ξεδιπλώνομαι
τα πανιά ανοίγουν
15. (verb) ανοίγω
λειτουργώ
τα μαγαζιά ανοίγουν
16. (verb) ανοίγω
σκίζομαι, ματώνω
ανοίγει η μύτη μου
|
|
|
|
|
|
|
|
|
| Εναλλακτικές επιλογές αναζήτησης για 'ανοίγω' |
|
|
|
|
|
|
|