Αναζήτηση για λεξικό ορισμών
Αλφαβητικά:
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
τυχαία ορισμοί
χιλιάδες των ορισμών λέξη
παστέλ
χαμένο
σινιάλο
παρά
σενάριο
στεγανό
βάζο
τσουλώ
στιβαρό
κόκκινο
κυνηγός
δημόσιο
γιλέκο
πάσο
όστρακο
βαγόνι
δράμα
βράση
σαπούνι
ρινικό
σακάκι
ιατρικό
κτλ.
μορφώνω
κριτική
βορράς
στόλος
φοράδα
πανσές
κεραία
εντάξει
σκύλα
μπαούλο
αποζητώ
κόσμος
ράφι
κάκτος
σταφίδα
ξέπλυμα
πίνω
ισόγειο
τσίμπλα
τροχίζω
ιππικό
βεβαίως
ζουμερό
εκτρέφω
τρυπώνω
λεπτό
τετράδα
μπικίνι
ασημικό
φέρσιμο
σκέρτσο
έθνος
αλυσίδα
κρίνω
μορφή
σταματώ
πρόθυρα
word:
παστέλ
pronunciation:
pa'stel
definition:
απαλό χρώμα
example:
"φόρεμα σε παστέλ απόχρωση"
Περισσότερες γλώσσες
Arabic
|
Chinese
|
Dutch
|
English
|
French
|
Greek
|
Indonesian
|
Italian
|
Japanese
|
Korean
|
Norwegian
|
Polish
|
Portuguese
|
Russian
|
Spanish
Home
|
Login
|
Add New Abbreviation
|
Your List
|
Tools
|
Become an Editor
|
Tell a Friend
|
Awards
|
Testimonials
|
Press
|
News
|
Forum
new!
|
APIs
|
About
Copyright ©2001-2011
STANDS4 LLC. All rights reserved.
Terms of Use
|
Privacy Policy
|
Advertise
|
Contact Us